Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

Καμίνι η Ηλεία, τώρα από τη ζέστη

Ανέβηκε το θερμόμετρο μετά τις φωτιές. Παρατηρήθηκε διαφορά θερμοκρασίας 13 βαθμών Κελσίου στα καμένα.

ΤΙ ΕΔΕΙΞΑΝ ΕΡΕΥΝΕΣ
Στα καμένα η θερμοκρασία στην επιφάνεια του εδάφους μπορεί να είναι έως και 10 βαθμούς Κελσίου υψηλότερη απ΄ ό,τι πριν.


«Από τους 21 βαθμούς Κελσίου που είχε όταν ξεκινήσαμε από το παραθαλάσσιο Γιαννιτσοχώρι, η θερμοκρασία ανέβαινε στους 34 βαθμούς στα καμένα της Νέας Φιγαλείας. Η απόσταση είναι περίπου 15 χιλιόμετρα...».

«Πηγαίναμε στο χωριό για το γλέντι ενός γάμου. Τόσο μεγάλη διαφορά θερμοκρασίας στις 12.00 τα μεσάνυχτα δεν έχουμε ξαναζήσει. Νομίζαμε ότι βρισκόμασταν σε άλλη χώρα, κάπου στην Αφρική», λέει στα «ΝΕΑ» ο 34χρονος Κυριάκος Παπακυριακόπουλος, μόνιμος κάτοικος στο Γιαννιτσοχώρι Ηλείας, που μέτρησε τη συγκεκριμένη διαφορά θερμοκρασίας το Σάββατο 25 Ιουλίου με το θερμόμετρο του αυτοκινήτου του.

Όπως αναφέρει, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική: «Με το που κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο στη Νέα Φιγάλεια μας έπιασε η αναπνοή μας. Είχε λίγο αεράκι, το οποίο όμως ήταν πάρα πολύ ζεστό. Φυσούσε από ανατολικές διευθύνσεις, από το βουνό, όχι από τη μεριά της θάλασσας», λέει ο κ. Παπακυριακόπουλος.


«Όταν υπήρχε το δάσος τα βράδια φορούσαμε ζακέτες για να αντέξουμε τη δροσιά»

«Όταν υπήρχε το δάσος, η θερμοκρασία σπάνια ξεπερνούσε τους 25 βαθμούς τα βράδια- ακόμα και όταν η υπόλοιπη χώρα έβραζε. Με τον καύσωνα για πρώτη φορά είχαμε θερμοκρασίες μέχρι 40 βαθμούς Κελσίου», αναφέρει ο κ. Στάθης Κοκαλιάρης από τη Μάκιστο, το χωριό που είχε τις περισσότερες καταστροφές με τις πυρκαγιές του Αυγούστου 2007.

«Από το καλοκαίρι με τις φωτιές, που όλα ήταν γκρι, σίγουρα η περιοχή έχει πρασινίσει αρκετά. Πριν από τις πυρκαγιές βέβαια για να αντέξουμε τη δροσιά τα βράδια φορούσαμε ζακέτες και όταν πέφταμε για ύπνο σκεπαζόμασταν.

Τώρα πια δεν χρειάζονται αυτά. Ο αέρας που κατεβαίνει από το βουνό, οι κατεβασιές, είναι ζεστές», συμπληρώνει ο κ. Κοκαλιάρης, που διαπιστώνει όπως και οι περισσότεροι κάτοικοι της Ηλείας ότι οι φωτιές του 2007 έχουν ως συνέπεια πλέον να «ψήνονται» τα καλοκαίρια.

Όπως επισημαίνει ο κ. Μανόλης Αναδρανιστάκης από την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, η αύξηση της θερμοκρασίας σε περιοχές όπου υπήρχε δάσος που κάηκε είναι δεδομένη. «Ωστόσο, δεν είμαστε σε θέση να καταγράψουμε με ακρίβεια την άνοδο που παρατηρείται στις συγκεκριμένες περιοχές της Ηλείας», λέει και εξηγεί ότι ο σταθμός της ΕΜΥ βρίσκεται στον Πύργο, μακριά από τις καμένες περιοχές γύρω από τη Ζαχάρω.

Και σε μικρότερες αποστάσεις
Σύμφωνα με τον αναπληρωτή καθηγητή Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Μάνθο Σανταμούρη, διαφορές θερμοκρασίας της τάξεως των 13 βαθμών Κελσίου, όπως στην περίπτωση του Γιαννιτσοχωρίου και της Νέας Φιγαλείας, μπορούν να καταγραφούν και σε μικρότερες αποστάσεις: «Αν δεν έχουμε ανέμους που να μεταφέρουν τις θερμές ή τις ψυχρές μάζες αέρα, τέτοια διαφορά μπορεί να υπάρξει και σε απόσταση 3 χιλιομέτρων όταν μιλάμε για πε ριοχές με καμένα κοντά σε ακτές όπου υπάρχει η θαλάσσια αύρα που ρίχνει κατά πολύ τη θερμοκρασία. Προφανώς όταν παρατηρήθηκε η συγκεκριμένη διαφορά θερμοκρασίας των 13 βαθμών Κελσίου δεν είχε ισχυρούς ανέμους», επισημαίνει στα «ΝΕΑ» ο κ. Σανταμούρης.

Όσον αφορά τα καμένα στην Πάρνηθα, σε έρευνα στην οποία συμμετείχε ο Κώστας Λαγουβάρδος, μετεωρολόγος στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, βρέθηκε ότι η θερμοκρασία στην επιφάνεια του εδάφους μπορεί να είναι έως και 10 βαθμούς Κελσίου υψηλότερη απ΄ ό,τι πριν, όταν δηλαδή υπήρχαν δέντρα και πυκνή βλάστηση. «Στον αέρα η διαφορά ανέρχεται σε λίγους βαθμούς και αυτό αφορά την περιοχή των καμένων. Κατά τη γνώμη μου δεν επηρεάζεται σημαντικά η ευρύτερη περιοχή», αναφέρει ο κ. Λαγουβάρδος.

Παράμετροι
«Αναμφισβήτητα σε μία περιοχή όπου πριν υπήρχε δάσος και τώρα είναι καμένη οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν. Μόλις αρχίζει να ξαναβγαίνει βλάστηση, οι θερμοκρασίες μειώνονται στο έδαφος. Όσον αφορά τη θερμοκρασία αέρα, αυτή εξαρτάται από διάφορες παραμέτρους, όπως το κατά πόσο φυσούν άνεμοι και ποια είναι η διεύθυνσή τους. Γενικότερα όμως μπορούμε να πούμε ότι μπορεί να αυξηθεί κατά μέσο όρο 1,5 βαθμό Κελσίου», συμπληρώνει ο κ. Μάνθος Σανταμούρης.


«Έως και δύο μήνες η περίοδος επικινδυνότητας»

ΣΕ ΗΜΕΡΙΔΑ που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2009 στην Αρχαία Ολυμπία ο πρόεδρος του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών κ. Χρήστος Ζερεφός παρουσίασε εργασία με προσομοιώσεις για τον υπολογισμό της διαφοράς της θερμοκρασίας πριν και μετά τις πυρκαγιές του 2007 στα καμένα της Πελοποννήσου. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της εργασίας, που διενεργήθηκε το 2008, η διαφορά στη μέση θερμοκρασία του αέρα υπολογίζεται ότι κατά το θέρος κυμαίνεται σε περίπου 1,5 βαθμούς Κελσίου, ενώ η διαφορά της μέσης μέγιστης θερμοκρασίας ξεπερνά και τους 2 βαθμούς.

Σε μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε καμένη και μη καμένη πλευρά δάσους, με ίδιο προσανατολισμό και υψόμετρο, παρατηρήθηκε ότι ενώ στο έδαφος του δάσους καταγράφηκαν θερμοκρασίες της τάξεως των 15,9 βαθμών Κελσίου, σε μικρή απόσταση στα καμένα καταγραφόταν αύξηση κατά 6 βαθμούς. Ωστόσο, στα 2 μέτρα ύψος από το έδαφος η διαφορά έπεφτε στους 0,5 βαθμούς.

Όπως επισημαίνει στα «ΝΕΑ» ο κ. Κώστας Δουβής, που συμμετείχε στην εργασία με τις προσομοιώσεις, «τρέξαμε το μοντέλο δύο φορές για τον μήνα Ιούλιο:

μία φορά με την περιοχή με κανονική φυτοκάλυψη και μία χωρίς. Καταγράψαμε διαφορές θερμοκρασίας έως και 2,4 βαθμούς Κελσίου στον αέρα των καμένων της Πελοποννήσου.

Απευθείας στον ήλιο
Βέβαια η αίσθηση της ζέστης μπορεί να είναι μεγαλύτερη στους κατοίκους των συγκεκριμένων περιοχών, καθώς επηρεάζονται από την απευθείας ηλιακή ακτινοβολία- πράγμα που δεν συμβαίνει με τα θερμόμετρα που χρησιμοποιούνται στους σταθμούς».

Οι δασικές πυρκαγιές που έπληξαν την Πελοπόννησο το 2007 αποδείχθηκε ότι συνέβησαν όταν ο δείκτης επικινδυνότητας είχε εξαιρετικά υψηλές τιμές, τονίζει ο πρόεδρος του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών κ. Χρήστος Ζερεφός. «Είχε τόσο ακραίες τιμές όσο είναι εκείνες που αναμένονται για μετά το 2030 λόγω της εξελισσόμενης κλιματικής αλλαγής», λέει. Ο δείκτης αυτός αναμένεται ότι θα αυξηθεί τις προσεχείς δεκαετίες. Οι μεταβολές στον αριθμό ημερών επικινδυνότητας για την περίοδο μέχρι το 2050 είναι περίπου 20 επιπλέον ημέρες κατά το θέρος. Μετά το 2050 εκτιμάται ότι η περίοδος επικινδυνότητας μπορεί να επιμηκυνθεί μέχρι και κατά 2 μήνες», αναφέρει ο πρόεδρος του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και επισημαίνει ότι δεδομένης της εξελισσόμενης κλιματικής αλλαγής, θα πρέπει και η Τοπική Αυτοδιοίκηση και οι κάτοικοι να είναι ενημερωμένοι σχετικά με τον αυξημένο κίνδυνο για δασικές πυρκαγιές και να παίρνουν τα αντίστοιχα προληπτικά μέτρα με ιδιαίτερη προσοχή.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου